Η ώρα της πολιτικής κάθαρσης θα έρθει σύντομα, και ο κάθε Έλληνας πολίτης, θα πρέπει να σκεφτεί σοβαρά, ύστερα από μια 7ετία αλλεπάλληλων σκανδάλων, διαφθοράς και οικονομικής εξαθλίωσης, τον τρόπο να αλλάξει αυτό το ειδεχθές πολιτικό κατεστημένο, του ρουσφετιού, της συμμορίας, των υποκλοπών, της Κυβερνητικής Χούντας, της λαμογιάς, των απευθείας αναθέσεων, των λόμπι, της λιτότητας και εν τέλη, της “μαφιόζικής” αντιμετώπισης των ίδιων των Ευρωπαϊκών Θεσμών!
Γράφει ο Βασίλης Χειλάρης
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν στελέχη και βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, έχει πλέον αναδειχθεί ένας νέος «αντίπαλος» για τη χώρα: η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Όπως οι ίδιοι διατυπώνουν, ο συγκεκριμένος ευρωπαϊκός θεσμός δεν λειτουργεί απλώς στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, αλλά –κατά την άποψή τους– επιδιώκει ευθέως να πλήξει την κυβέρνηση και να οδηγήσει σε πολιτική αποσταθεροποίηση. Αξίζει όμως να εξετάσουμε πιο ψύχραιμα τα δεδομένα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπήρξε αντίστοιχη σαφής αποδοκιμασία προς τον υπουργό του, τον Άδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος δημόσια άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αποχώρησης. Αυτή η αντίφαση δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το ποια είναι τελικά η επίσημη γραμμή της κυβέρνησης.
Παράλληλα, παρατηρείται ένα ακόμη ενδιαφέρον φαινόμενο: τόσο οι βουλευτές που φέρονται να εμπλέκονται στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ όσο και εκείνοι που δεν έχουν κατηγορηθεί, εμφανίζονται απρόθυμοι να στηρίξουν την άρση της βουλευτικής ασυλίας (φυσικά, σιγά μη βάλουμε τα νυχάκια μας για να βγάλουμε τα ματάκια μας). Η στάση αυτή παρουσιάζεται ως πολιτική επιλογή ή ακόμη και ως «θεσμική άμυνα», όμως στην πράξη γεννά ζητήματα αξιοπιστίας και διαφάνειας.
Επιπλέον, κάποιοι εξ αυτών προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι οι κατηγορίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στερούνται βάσης και δηλώνοντας πρόθεση να κινηθούν νομικά εναντίον της. Με άλλα λόγια, δεν περιορίζονται σε πολιτική κριτική, αλλά μετατρέπουν τη σύγκρουση σε ανοιχτή θεσμική αντιπαράθεση.
Και φτάνουμε στο κρίσιμο σημείο: προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι όλα αυτά δεν επηρεάζουν τη διεθνή εικόνα της χώρας, ότι οι επιθέσεις προς έναν βασικό ευρωπαϊκό θεσμό δεν δημιουργούν καμία ζημιά στην αξιοπιστία της Ελλάδας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εδώ όμως χρειάζεται ρεαλισμός, γιατί τέτοιες κινήσεις, ανεξάρτητα από τις προθέσεις, δύσκολα περνούν απαρατήρητες στο ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση και προσωπικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης προβάλλουν σταθερά το προφίλ του φιλοευρωπαϊκού προσανατολισμού. Έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η Ελλάδα ανήκει στον πυρήνα της Ευρώπης και ότι η ευρωπαϊκή πορεία είναι αδιαπραγμάτευτη (βέβαια, άλλο τι λένε στα κανάλια και άλλο τι κάνουν). Ωστόσο, εδώ ανακύπτει μια ουσιαστική αντίφαση: από τη μία προβάλλεται η προσήλωση στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και από την άλλη ασκείται σφοδρή επίθεση εναντίον τους.
Γιατί υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη γραμμή. Άλλο πράγμα είναι η κριτική, που είναι θεμιτή και απαραίτητη σε κάθε δημοκρατία και άλλο η συνολική αμφισβήτηση θεσμών που αποτελούν βασικό πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν η αντιπαράθεση ξεφεύγει από το επίπεδο της διαφωνίας και μετατρέπεται σε ευθεία σύγκρουση με αυτούς τους θεσμούς, τότε δεν μιλάμε απλώς για πολιτική κριτική· μιλάμε για μια στάση που αγγίζει τα όρια θεσμικής ρήξης.
Και αυτό, είτε αρέσει είτε όχι, έχει συνέπειες, όχι μόνο εσωτερικά, αλλά και στο πώς αντιλαμβάνονται τη χώρα οι εταίροι της.
Η ώρα της πολιτικής κάθαρσης θα έρθει σύντομα, και ο κάθε Έλληνας πολίτης, θα πρέπει να σκεφτεί σοβαρά, ύστερα από μια 7ετία αλλεπάλληλων σκανδάλων, διαφθοράς και οικονομικής εξαθλίωσης, τον τρόπο να αλλάξει αυτό το ειδεχθές πολιτικό κατεστημένο, του ρουσφετιού, της συμμορίας, των υποκλοπών, της Κυβερνητικής Χούντας, της λαμογιάς, των απευθείας αναθέσεων, των λόμπι, της λιτότητας και εν τέλη, της “μαφιόζικής” αντιμετώπισης των ίδιων των Ευρωπαϊκών Θεσμών!
Β.Χ.


