ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ: Νέα τεστ για κυτταρική ανοσία στον κορωνοϊό – Καλύπτουν το κενό της εξέτασης αντισωμάτων

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΥΓΕΙΑ

ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ: Νέα τεστ για κυτταρική ανοσία στον κορωνοϊό – Καλύπτουν το κενό της εξέτασης αντισωμάτων. Μπορούν να επιβεβαιώσουν με μεγάλη ακρίβεια πρόσφατη ή παλαιότερη λοίμωξη από το νέο κορωνοϊό, 15 μέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων. Σημαντική πρόοδος σημειώνεται στην ανίχνευση των επιπέδων ανοσίας στον κορωνοϊό. Τα υπάρχοντα τεστ αντισωμάτων έχουν μία σειρά από μειονεκτήματα, τα οποία δεν επιτρέπουν να καθοριστεί με ακρίβεια το επίπεδο της ανοσίας.

ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ: Νέα τεστ για κυτταρική ανοσία στον κορωνοϊό
ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ: Νέα τεστ για κυτταρική ανοσία στον κορωνοϊό

ECDC: Γιατί τα τεστ αντισωμάτων δεν επαρκούν για το “πράσινο διαβατήριο” κατά του κορωνοϊού.

Πλασματική εικόνα για το επίπεδο μετάδοσης και προστασίας από τον κορωνοϊό μπορούν να δώσουν τα τεστ αντισωμάτων. Αυτό επισημαίνουν οι επιστήμονες του Ευρωπαϊκού Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) σε χθεσινή τεχνική ανάλυση για το θέμα. 

Η σωτηρία της φετινής τουριστικής χρονιάς συνδέεται με το “πράσινο διαβατήριο”. Το οποίο έχει υποστηριχθεί από την ελληνική κυβέρνηση. Στην έκθεση, που παρατίθεται πιο κάτω, επισημαίνεται πως σκοπός είναι να προστεθούν πληροφορίες στο διάλογο σχετικά με τη χρήση του εν λόγω πιστοποιητικού για την κυκλοφορία μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης την εποχή της πανδημίας.

Όπως αναφέρουν οι ειδικοί του ECDC, προς το παρόν, τα τεστ αντισωμάτων χρησιμοποιούνται κυρίως σε ερευνητικές μελέτες του πληθυσμού. Παρά για ατομική διάγνωση περιπτώσεων CoViD-19. Τυχόν θετικό τεστ μπορεί να αποτελεί απόδειξη μίας λοίμωξης από τον ιό στο παρελθόν (ή και πρόσφατα). Δεν παρέχει, ωστόσο, στοιχεία για τον χρόνο έκθεσης στον ιό και δεν μπορεί να αποκλείσει μία λοίμωξη σε εξέλιξη.

Με αυτό το δεδομένο, τα συγκεκριμένα τεστ δεν αποτελούν απόλυτη απόδειξη πως ένα άτομο δεν είναι μολυσματικό ή ότι προστατεύεται από μία νέα λοίμωξη ή δεν μπορεί να μεταδώσει τον ιό.

Προστασία.

Ακόμη και εάν παρέχουν κάποια ένδειξη απόκρισης του ανοσοποιητικού, δεν είναι σαφές εάν τα επίπεδα αντισωμάτων μπορούν να προσφέρουν επαρκή προστασία. Ή πόσο καιρό μπορεί αυτή να διαρκέσει.

Δεν μπορεί, δηλαδή, να αποτελέσει έγκυρο στοιχείο ενός “πράσινου διαβατηρίου”. Είναι πιθανό – μετά το θετικό τεστ – τα αντισώματα να μην είναι πλέον ανιχνεύσιμα. Είναι, παράλληλα, αδιευκρίνιστο εάν τα τεστ που διατίθενται στην αγορά μπορούν να αποτρέψουν μόλυνση από παραλλαγές του SARS – CoV 2.

Λόγω της διάθεσης μεγάλου αριθμού τεστ αντισωμάτων στην αγορά, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αξιολογηθούν, ενώ υπάρχει έλλειμμα τυποποίησης.

Ακίδα.

Τα τεστ που εξετάζουν την πρωτεΐνη ακίδα του ιού δεν μπορούν να διακρίνουν άτομα που έχουν προηγουμένως μολυνθεί από τον ιό. Ή έχουν λάβει τουλάχιστον μία δόση εμβολίου κατά της CoViD-19.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση του ECDC, είναι πιθανό άτομα με πιστοποιητικά, τα οποία έχουν εκδοθεί βάσει θετικού τεστ αντισωμάτων, να είναι ψευδώς καθησυχασμένα σχετικά με συμπεριφορές που είναι απαραίτητες για τον περιορισμό του κινδύνου μόλυνσης και μετάδοσης του ιού. (φυσική απόσταση, χρήση μάσκας και υγιεινή χεριών).

Μία προηγούμενη λοίμωξη – σημειώνουν οι ειδικοί – μπορεί να μην εγγυάται προστασία από επαναμόλυνση. Και μάλιστα από νεοεμφανιζόμενη παραλλαγή του ιού.

Τονίζουν πως οποιαδήποτε έκδοση πιστοποιητικών, βάσει θετικής εξέτασης αντισωμάτων, θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά. Και να συνοδεύεται από ισχυρά δημόσια μηνύματα σχετικά με τη σημασία του εμβολιασμού και των μέτρων ατομικής προστασίας.

Δημ.Κ. Πηγές: ECDC.

Επιπλέον Πληροφορίες.

Για να καλυφθεί το κενό αυτό, οι επιστήμονες έχουν δημιουργήσει νέα διαγνωστικά τεστ για τον κορωνοϊό. Τα οποία βασίζονται στην ανάλυση μακρόβιων ειδικών μικροβίων για τον ιό Τ λεμφοκυττάρων μνήμης. Η κυτταρική ανοσία διαρκεί περισσότερο και παραμένει ακόμη και όταν υποχωρήσουν ή καταστούν μη ανιχνεύσιμα τα επίπεδα αντισωμάτων.

Στόχος είναι να συμπληρώσουν τα ήδη καθιερωμένα τεστ αντισωμάτων, ώστε να προσδιορίζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια αν ένα άτομο έχει στο παρελθόν εκτεθεί στον ιό.

Η ανακοίνωση της χρήσης των τεστ για τα Τ κύτταρα δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό Nature Biotechnology. Με τίτλο “COVID-19 testing turns to T cells”. Και το άρθρο υπογράφει ο ιδιαίτερα έμπειρος σε θέματα βιοτεχνολογίας Ιρλανδός δημοσιογράφος Cormac Sheridan.

Οι καθηγητές του ΕΚΠΑ Ουρανία ΤσιτσιλώνηΕυάγγελος ΤέρποςΕυστάθιος Καστρίτης και Θάνος Δημόπουλος (πρύτανης ΕΚΠΑ) αναλύουν τη σημασία αυτού του νέου τεστ. Παρόλο που από την αρχή της πανδημίας το βιοτεχνολογικό ενδιαφέρον έχει εστιαστεί στα τεστ για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του SARS-CoV-2. Κυρίως αυτών που χαρακτηρίζονται ως εξουδετερωτικά, η ανάπτυξη ειδικών Τ λεμφοκυττάρων στον μολυνθέντα οργανισμό φαίνεται να είναι πιο σημαντική.

Υπάρχουν αρκετές διαθέσιμες εργαστηριακές τεχνικές για την ανίχνευση αυτών των ειδικών Τ λεμφοκυττάρων. Αλλά μέχρι σήμερα τα τεστ αυτά είναι ιδιαίτερα πολύπλοκα, ακριβά και χρονοβόρα για ευρεία χρήση. Ένα παράδειγμα ήταν η μελέτη NIAID. Όπου για να προσδιοριστούν τα Τ λεμφοκύτταρα σε άτομα που μολύνθηκαν από τον SARS-CoV-2 συνδυάστηκε η κυτταρομετρία μάζας με τη χρήση τετραμερών. Και τα παραχθέντα δεδομένα ήταν τόσο τεράστια σε όγκο ώστε χρειάστηκε η ανάλυσή τους από πολύ εξειδικευμένα εργαστήρια.

Έγκριση.

Τον περασμένο Απρίλιο, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) ενέκρινε με τη διαδικασία έκτακτης ανάγκης το τεστ T-Detect COVID-19 της εταιρείας Adaptive Biotechnologies. Το τεστ αφορά στον εργαστηριακό εντοπισμό των ειδικών Τ λεμφοκυττάρων που αναγνωρίζουν αντιγόνα του SARS-CoV-2 με τη μέθοδο της αλληλούχησης επόμενης γενιάς (NGS).

Αν και δεν ανιχνεύει περιστατικά ενεργού λοίμωξης, σε συνδυασμό με τα τεστ αντισωμάτων μπορεί να επιβεβαιώσει με μεγάλη ακρίβεια πρόσφατη ή παλαιότερη λοίμωξη από το νέο κορωνοϊό. Αρκεί να έχουν περάσει τουλάχιστον 15 ημέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων.

Για τη λήψη των αποτελεσμάτων του τεστ T-Detect COVID-19 απαιτούνται 7 – 10 ημέρες. Το ιδιαίτερο και πολύ ενδιαφέρον χαρακτηριστικό αυτού του τεστ είναι ότι προσδιορίζει την ανάπτυξη ανοσίας από τα Τ λεμφοκύτταρα. Κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που παρέχουν μακροχρόνια προστασία από επαναλοίμωξη.

Ως επιβεβαίωση αυτού και σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από την Ιατρική Σχολή και τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου John Hopkins των ΗΠΑ, σε άτομα που ανέρρωσαν από COVID-19 δείχθηκε ότι τα ενεργοποιημένα έναντι του SARS-CoV-2 Τ λεμφοκύτταρα μπορούν να δράσουν και κατά των νέων μεταλλαγμένων στελεχών του ιού, των Β1.1.7 (Βρετανίας), Β.351 (Νότιας Αφρικής) και Β.1.1.248 (Βραζιλίας).

Προφανώς, αυτή η σημαντική πληροφορία ενισχύει ακόμα περισσότερο τη σημασία της χρήση των εμβολίων που αναπτύχθηκαν με βάση το αρχικό στέλεχος της πανδημίας, αφού η προκαλούμενη ανοσία από τα Τ λεμφοκύτταρα μετά τον εμβολιασμό στοχεύει και τις παραλλαγές του ιού που δυστυχώς εξαπλώνονται ευρέως και ταχύτατα.

Ευαισθησία.

Το καινούριο τεστ T-Detect COVID ελέγχθηκε σε κλινική μελέτη και έδειξε ευαισθησία 97%. (πιθανότητα να εντοπίσει θετικό στον ιό) Και ειδικότητα 100% (πιθανότητα να εντοπίσει αρνητικό στον ιό), και στην πράξη, είναι πιο απλό στη χρήση και αξιολόγηση σε σχέση με τα κλασικά μοριακά τεστ (PCR). Ένα επιπλέον πλεονέκτημά του είναι ότι εξετάζει το γενετικό υλικό. Δηλαδή το DNA των Τ λεμφοκυττάρων, ένα πολύ σταθερότερο υλικό σε σχέση με την ανάλυση της λειτουργικότητας ή της παραγωγής κυτταροκινών από τα Τ λεμφοκύτταρα.

Μάλιστα, επειδή οι αποκρίσεις των Τ λεμφοκυττάρων διατηρούνται για περισσότερο χρονικό διάστημα στον οργανισμό από τις αποκρίσεις αντισωμάτων, το τεστ T-Detect COVID παρέχει ένα ευρύτερο παράθυρο για να επιβεβαίωση της λοίμωξης από τον SARS-CoV-2.

Μια άμεση εφαρμογή του τεστ για τα Τ λεμφοκύτταρα θα είναι η παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των διαφόρων εμβολίων που κυκλοφορούν. Ιδιαίτερα σε ευάλωτους, υψηλού κινδύνου πληθυσμούς.

Εκτός από το ήδη εγκεκριμένο τεστ, και άλλες εταιρείες όπως η Qiagen στη Γερμανία αναπτύσσουν διαγνωστικά τεστ για τα Τ λεμφοκύτταρα βασιζόμενα σε ανάλυση με NGS. Η συγκεκριμένη εταιρεία έχει χρησιμοποιήσει πολλαπλούς επιτόπους του SARS-CoV-2 που αναγνωρίζονται ειδικά από τα κυτταροτοξικά (CD8+) Τ λεμφοκύτταρα. Και εντοπίστηκαν σε ασθενείς με COVID-19 που ανέρρωσαν.

Μάλιστα, έχουν ήδη εντοπιστεί τρεις έως οκτώ επίτοποι για καθέναν από τους έξι πιο κοινούς τύπους ανθρώπινων λευκοκυτταρικών αντιγόνων (MHC μορίων). Συνεπώς μέσω αυτών των πλέον εξελιγμένων τεστ, θα έχουμε πολύ σύντομα καλύτερη εικόνα της αναπτυσσόμενης ανοσίας έναντι του SARS-CoV-2, αλλά και της διάρκειάς της.

Πηγές: ΕΚΠΑ.

ΠΗΓΗ.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ.

Η ΚΥΤΤΑΡΙΚΉ ΑΝΟΣΊΑ ΠΡΟΚΎΠΤΕΙ ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΟΠΟΊΗΣΗ ΜΙΑ ΕΙΔΙΚΉΣ ΟΜΆΔΑΣ ΑΝΟΣΟΚΥΤΤΆΡΩΝ, ΤΑ Τ-ΛΕΜΦΟΚΎΤΤΑΡΑ. ΤΑ ΟΠΟΊΑ ΈΧΟΥΝ ΤΗΝ ΙΔΙΌΤΗΤΑ ΝΑ ΕΝΤΟΠΊΖΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΘΑΝΑΤΏΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΘΟΓΌΝΑ ΜΙΚΡΌΒΙΑ ΠΟΥ ΕΙΣΒΆΛΛΟΥΝ ΣΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΌ ΜΑΣ. ΕΠΕΙΔΉ ΤΑ Τ-ΛΕΜΦΟΚΎΤΤΑΡΑ ΈΧΟΥΝ ΤΗΝ ΙΔΙΌΤΗΤΑ ΝΑ ΠΑΡΑΜΈΝΟΥΝ ΣΤΟ ΑΊΜΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΧΡΌΝΙΑ ΜΕΤΆ ΑΠΌ ΜΙΑ ΜΌΛΥΝΣΗ, ΣΤΗΝ ΠΕΡΊΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΛΟΊΜΩΞΗΣ COVID-19 ΠΑΊΖΟΥΝ ΣΗΜΑΝΤΙΚΌ ΡΌΛΟ ΣΤΗ «ΜΑΚΡΟΧΡΌΝΙΑ ΜΝΉΜΗ» ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΎ ΣΥΣΤΉΜΑΤΟΣ ΜΑΣ ΌΤΑΝ ΕΚΤΊΘΕΤΑΙ ΞΑΝΆ ΣΤΟΝ ΚΟΡΩΝΟΪΌ.

Η ΕΞΈΤΑΣΗ ΘΑ ΜΠΟΡΟΎΣΕ ΝΑ ΔΙΕΞΑΧΘΕΊ ΚΑΙ ΓΙΑ ΈΛΕΓΧΟ ΣΤΟΝ ΓΕΝΙΚΌ ΥΓΙΉ ΠΛΗΘΥΣΜΌ. ΔΕΔΟΜΈΝΟΥ ΌΤΙ ΣΎΜΦΩΝΑ ΜΕ ΠΡΌΣΦΑΤΕΣ ΜΕΛΈΤΕΣ, ΈΝΑ ΠΟΣΟΣΤΌ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΎ ΈΧΕΙ ΉΔΗ ΈΝΑ ΒΑΘΜΌ ΠΡΟΣΤΑΣΊΑΣ ΣΤΟΝ SARS-COV-2 ΧΩΡΊΣ ΝΑ ΈΧΕΙ ΜΟΛΥΝΘΕΊ ΑΠΌ ΑΥΤΌΝ. Η ΠΡΟΣΤΑΣΊΑ ΑΥΤΉ ΠΙΘΑΝΟΛΟΓΕΊΤΑΙ ΌΤΙ ΟΦΕΊΛΕΤΑΙ ΚΥΡΊΩΣ ΣΕ ΔΙΑΣΤΑΥΡΟΎΜΕΝΗ ΑΝΟΣΊΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΤΉΘΗΚΕ ΣΕ ΠΡΟΗΓΟΎΜΕΝΗ ΈΚΘΕΣΗ ΣΕ ΚΟΡΩΝΟΪΟΎΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΎ ΚΡΥΟΛΟΓΉΜΑΤΟΣ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ: ΤΟ ΚΑΚΟ ΕΚΤΙΘΕΤΑΙ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΚΑΘΩΣ ΜΑΣ ΦΕΡΝΕΙ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ. ΕΧΟΥΝ ΠΑΓΙΔΕΥΤΕΙ.

Φωτογραφία από Claudio da Silva Irenio Claudinho Irennio από το Pixabay

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΕ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΜΟΥ ΣΤΟ YOUTUBE, ΣΤΟ FACEBOOK ΣΤΟ ΝΕΟ GETTR ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ ΚΑΙ ΣΤΟ TELEGRAM , ΩΣΤΕ ΝΑ ΛΑΜΒΑΝΕΤΕ ΑΜΕΣΑ ΕΚΤΑΚΤΕΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ

Advertisement

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.